Λόλας



Λόλας, ο αγαθός γίγαντας
  Ο Γιώργος Σακελλαρίου, επονομαζόμενος και γνωστός στην πιάτσα με το όνομα Λόλας, τον είχα πλάσει στην παιδική μου φαντασία πολύ διαφορετικά. Ήταν θείος του Κωτσαρή και από τις πολλές αφηγήσεις ήταν σαν να τον ήξερα και εγώ και μάλιστα πολύ καλά. Η πρώτη οπτική επαφή έγινε όταν σε μια νεροποντή στο Λουτράκι έσπασε το ποτάμι του Πραθιού από το πολύ νερό, που κατέβαινε κάτω. Εκεί που είναι σήμερα το Γυμνάσιο. Αυτό το ποτάμι πιο παλιά είχε ¨πάρει¨ το σπίτι του Μάρρα. Εμείς χαρακτηριστικά λέγαμε, το σπίτι της Μάρραινας. Ίσως επειδή η κυρά Λένη Μάρραινα ήταν πιο δυνατή προσωπικότητα εν συγκρίσει με τον κυρ Γιώργη που ήταν ήπιων τόνων. Εκεί λοιπόν που είναι μέχρι σήμερα το πατρικό του Μπάμπη το νερό έτρωγε τη νότια όχθη, όλο άμμος είναι εκεί ο τόπος και πλησίαζε απειλητικά το σπίτι. Ο Λόλας  καθόταν στην απέναντι όχθη και χάζευε απαθέστατος. Η κυρά Λέλα απεγνωσμένα με μια τσάπα προσπαθούσε να σπρώχνει χώματα προς τη γωνία του σπιτιού για να το προστατέψει. Πρέπει να έφτασε στο μισό μέτρο στην γωνία του σπιτιού το νερό.
-Ρε Κωτσαρή γιατί δεν παίρνει την τσάπα ο θείος σου αλλά αφήνει τη γυναίκα του να βασανίζεται; Του λέω.
-Δεν τον νοιάζει τίποτα ρε! Ας το πάρει το ρέμα!
Εκεί άρχισε να χαλά το προφίλ του Λόλα.
Μου είχε διηγηθεί ένας φίλος και συγγενής πως είχε πέσει η οικοδομή εδώ και βρήκαν καλό μεροκάματο στην Αθήνα. Πάνε λοιπόν και δεν κάθισαν ούτε εβδομάδα. Αιτία το φαγητό. Χαλούσαν όλα τα λεφτά στο φαΐ. Πάμε να φάμε στο εστιατόριο και παραγγέλνει πρώτα ο Λόλας.
-Μια μακαρονάδα, παστίτσιο, γεμιστά [έτρωγε και η Φιλιά], κοτόπουλο με ρύζι, κρέας με πατάτες στο φούρνο, αλλόκοτα πράγματα και πολύ ταιριαστά το ένα με το άλλο. Δεν έπαιρνε κάτι που να μην έχει σχέση το ένα με το άλλο. Η παραγγελία θα ήταν 6-7 πιάτα.
Κάνει μεταβολή το γκαρσόνι και πάει να φύγει. Βάζει μια φωνή ο Λόλας.
-Ρε έλα δω!
Τα έχασε το γκαρσόνι.
-Ορίστε κύριε θέλετε κάτι άλλο;
-Πήρες παραγγελία από μένα! Από τους άλλους δεν θα πάρεις;
Τον κούφανε. Μου είπε ότι έφαγε 12 μακαρονάδες.
Έρχεται στην οικοδομή του Δελαβίνια που δούλευα Εθνικής Αντίστασης 29, για να μας φέρει υλικά, απέναντι από το ΑΜΙ.
-Ρε Γιώργο του λέω. Ο Αλής μου έχει πει ότι έχεις φάει 12 μακαρονάδες αληθεύει;
Με κοιτάει απαξιωτικά και μου λέει.
-Το ΑΜΙ απέναντι είναι παράγγειλε τες και να δεν τις φάω θα τις πληρώσω!
Εκεί τον ρώτησα και για τον διαιτητή με την Χαλκίδα που έγιναν επεισόδια. Η αστυνομία προστάτευε τον διαιτητή από τους μαινόμενους Λουτρακιώτες και τους είχαν σε απόσταση από τον διαιτητή που προπορευόταν παραπαίοντας και κατευθυνόταν  στα αποδυτήρια που είναι προς την ΗΒΗ. Τους ξέφυγε ο Λόλας και όλοι είπαν.
-Πάει τώρα τον καθάρισε.
Προς γενική κατάπληξη τον πλησιάζει, γέρνει το κεφάλι και τον κοιτά καλά στο πρόσωπο και τον αφήνει να φύγει.
-Ρε Γιώργο αυτόν τον διαιτητή που μας έσφαξε πως τον άφησες και έφυγε;
-Τον είδα έτσι στα χάλια που ήταν και λέω σφαλιάρα να του δώσω δεν θα την βγάλει, τον λυπήθηκα…
Άλλη μια φορά σε αγώνα με τον Βύζαντα έγιναν επεισόδια. Ο Λόλας πρωταγωνιστής και πάλι. Πρέπει κάποιος Μεγαρίτης να έφαγε κάποια ξώφαλτση, όχι κανονική από τον Λόλα και το έφερε βαρέως. Επειδή πολλοί οικοδόμοι από τα Μέγαρα δούλευαν Λουτράκι γνωριζόντουσαν και του είπαν ο Λόλας σε βάρεσε ρε.
-Που θα μου πάει θα τον πετύχω και θα τον πηδήσω τον καργ….! Είπε.
Έτυχε να δουλεύει αργότερα και αυτός στην Γκράβα εκεί κοντά στην Κουλούκη. Να σου ο Λόλας με μια τρίκυκλη μηχανή με ασβέστη. Κωλώνει την αδειάζει και βλέπει λάστιχο στη μηχανή. Κάνει έτσι βλέπει έναν εργάτη και του λέει.
-Ρε έλα δω! Πιάσε τον τσιμεντόλιθο και βάλτο κάτω από τη ρόδα!
Κάνει μια και σηκώνει τη μηχανή στον αέρα. Βάζει αυτός τον τσιμεντόλιθο από κάτω και πάει στους άλλους και λέει.
-Ρε αυτός σήκωσε τη μηχανή μόνος του ποιος είναι;
-Αυτός που θέλεις να βαρέσεις! Του λένε, ο Λόλας.
Το τελευταίο
Αγαπημένο του στέκι το Μπάμπολα με ένα ουίσκι στο χέρι πάντα. Σάββατο βράδυ.
-Γιάννη πάμε στα μπουζούκια; Λέει σε έναν Μεγαρίτη.
-Και δεν πάμε;
-Πάμε δίπλα να πληρωθώ πρώτα τα υλικά από τον Βογιατζάκη και φύγαμε!
Πάνε στον κυρ Στέλιο κάθονται κάτω τα υπολογίζουν πάνω από 100.000 δρχ.
-Να τα ρίξω; Διπλά ή τίποτα!
Του λέει και βγάζει τα ζάρια από το γραφείο ο κυρ Στέλιος. Άλλο που δεν ήθελε ο Λόλας.
-Και δεν τα ρίχνεις; Ρίχτα!
Εξάρες!
Κατεβάζει το κεφάλι.
-Πάμε Γιάννη και βγαίνοντας από την πόρτα συνεχίζει. Δώσε μου  11 δρχ να πάρω τσιγάρα.
Α! ρε Λόλα αθάνατε. Αυτοί οι άνθρωποι δεν πρέπει να πεθαίνουν!          

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Λειψυδρία...μυαλών

Ο Κιμ της καρδιάς μας!

Στη ν¨δημοκρατία¨ δεν υπάρχουν αδιέξοδα...