Καζινό
Στη φωτό φαίνεται ο φούρνος που αναφέρω.
Είχα το μεράκι να μοιραστώ τις εμπειρίες της ζωής
μου με τους συμπολίτες μου και σήμερα ανακάλυψα μια ιντερνετική παρέα που
διασκεδάζει τους ελεύθερους πολιορκημένους με παλιές ιστορίες, μαγαζιά,
πρόσωπα.
Επειδή σχεδόν κάθε
αναφορά που γίνεται έχω και κάτι να προσθέσω συνήθως άγνωστο στο ευρύ κοινό, θα
αρχίσω να γράφω κάτι σαν μονόπρακτο για κάθε περίπτωση. Τα ανεβάζω πρώτα στο μπλογκ έτσι να υπάρχουν για αρχείο ταξινομημένα.
Θα αναφέρω κάτι σχετικά
με το Καζινό, το Άλφα, που σήμερα είναι το ζαχαροπλαστείο – καφέ του Παπαδάκη.
Το οφείλω στον φίλο και συμμαθητή Τάσο Αθανασάκο γιατί του είχα υποσχεθεί να
βρω μια συνέντευξη του μακαρίτη Γεωργίου Λάσκαρη για τον Δημήτρη Ταμπόση. Τελικά
δεν μπόρεσα να τη βρω γιατί δεν κατάφερα να αδειάσω την αποθήκη και να ψάξω
εξονυχιστικά να την βρω όπως και πολλές άλλες.
Πριν μισό αιώνα περίπου
όλη η νεολαία σύχναζε τα βράδια στα ποδοσφαιράκια του μπάρμπα Νίκου
Ουζουμπανόγλου, μάλλον το επίθετο, πεθερού του Θανάση Κόντη[Μπακούλα]. Εκεί σύχναζε
και ο Βελέντζας, το φόβητρο κάθε μαθητή.
-Γιάννη λέω μια φορά
του Τζικιτζέλα, πάμε να φύγουμε θα μας δει!
-Μη φοβάσαι ρε, θα πάμε
3 εμείς θα πάρουμε και αυτόν για 4 αδα και δεν θα μας μαρτυρήσει και όντως έτσι
έγινε. Τον βάλαμε στο παιγνίδι και δεν έτρεχε τίποτα. Γίναμε και φίλοι.
Εκεί λοιπόν
διαδραματίστηκαν δυο περιστατικά άγνωστα.
Έρχεται ένας παλιός
συμμαθητής, είχε εγκαταλείψει το Γυμνάσιο από την πρώτη τάξη αλλά φίλος από το
δημοτικό και μου λέει.
-Πάμε να φάμε;
-Δεν πεινάω ρε του λέω,
ήμουν και μίζερος στο φαι.
Τον είδα εναγωνίως να
ψάχνει εφημερίδα.
Άλλη μέρα μου το ξανά
λέει. Δεν θέλω του ξαναλέω αλλά δεν έχω και λεφτά να πάρουμε κάτι. Τον βλέπω να
ξανά ψάχνει για εφημερίδα και να συνομιλεί με το νούμερο ένα της παρανομίας στο
Λουτράκι. Παραξενεύτηκα.
Μετά από καμιά ώρα τον
ξανά βλέπω.
-Έσκασα, μου λέει,
έφαγα πολύ!
-Τι έφαγες, ρώτησα
απορημένος.
-Κρέας, παστίτσιο, γλυκά
από όλα.
-Ρε τρελός είσαι; Που τα
βρήκες;
-Δεν σου λέω αν θες έλα
την άλλη φορά.
Μου το ξανά λέει και
ήταν βροχερή μέρα.
-Με τέτοιο καιρό, του λέω
άσε με ήσυχο.
Περίμενα να έρθει
τίποτα, κόντευα ν να κλείσουν τα ποδοσφαιράκια τον βλέπω να έρχεται.
-Που ήσουν ρε του λέω
τόσες ώρες;
Εκεί άρχισε να μου λέει
τι κάνανε.
-Άστα μου λέει πάμε στο
Καζινό από ένα παραθυράκι που έχει από την παραλία, μπαίνουμε στο υπόγειο
ανεβαίνουμε τις σκάλες, πάμε σε μια πόρτα που οδηγεί στο μαγαζί, η οποία είναι
κλειδωμένη με ένα μεγάλο κλειδί. Περνάμε την εφημερίδα κάτω από την πόρτα και
με ένα μαχαίρι γυρίζουμε το κλειδί και το πετάμε κάτω στην εφημερίδα. Την τραβάμε
την εφημερίδα και ξεκλειδώνουμε απ΄ έξω. Μπαίνουμε μέσα και πάμε στο φούρνο που
ήταν στην γωνία απέναντι. Παίρνουμε ότι φαγητά έχουν μείνει, παίρνουμε και
γλυκά και φεύγουμε. Κλειδώνουμε πάλι αφήνουμε το κλειδί όπως ήταν και παίρνουμε
ένα ασανσέρ που έχει για τα άπλυτα ποτήρια και σερβίτσια και κατεβαίνουμε στο
υπόγειο. Μετά από λίγο το ασανσέρ πάει μόνο του πάλι επάνω.
Και γιατί άργησες;
-Ήταν ένας μπάτσος και
για να μην βρέχεται είχε έρθει και είχε καθίσει μπροστά στην πόρτα. Εμείς δεν
είχαμε προλάβει να φύγουμε από το φούρνο και καθίσαμε ξάπλα μέχρι να φύγει. Πρέπει
να είχε και φως το μαγαζί για να μην είναι σκοτάδι οπότε την πάτησαν.
-Ρε μη κάνεις
κουταμάρες για φαΐ να σε κάνουν ρεζίλι; Του λέω.
-Αυτά δεν είναι τίποτα,
μου λέει, που να δεις άλλα.
-Κόψε την παρέα μ΄
αυτόν γιατί δεν σε βλέπω καλά. Δεν μου ξανά είπε πάλι για φαΐ.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου