ΜΠΑΡΜΠΑ ΑΝΤΡΕΑΣ




    Ο μπάρμπα Αντρέας Λέκκας [Νταμάζος], ήταν από τους τελευταίους εναπομείναντες ωραίους ανθρώπους του Λουτρακίου. Μάγκας, ξερακιανός όπως όλοι οι πευκαράδες, με το μουστάκι και μια τραγιάσκα επί μονίμου βάσεως. Είχε και μια βροντερή φωνή που πήγαινε ασορτί με το παρουσιαστικό του. Του άρεσε το ποτό, κύρια το κρασί αλλά δεν έλεγε όχι σε οτιδήποτε άλλα οινοπνευματώδη ποτά. Τελευταία στις βόλτες που έκανε στην παραλία οι τουρίστες δεν έμεναν ασυγκίνητοι στη θέα του και τον χάζευαν. Αυτός το καταλάβαινε, του άρεσε και άρχιζε να κελαηδάει, να κάνει δηλ. φωνές πουλιών. Οπότε ο θαυμασμός τους φούντωνε γι΄ αυτόν τον ωραίο τύπο του Λουτρακίου.
Με τον πατέρα μου έκανε παρέα μιας και ξεκινούσαν σχεδόν μαζί κάθε πρωί για τα πεύκα που ήταν  γειτονικά αλλά και τα σπίτια τους επείχαν μια γωνία.
Εκκλησία δεν πήγαινε σε αντίθεση με τον πατέρα μου, γι΄ αυτό μια Κυριακή χωρίς να τον αντιληφθεί ο πατέρας μου πήγε από πίσω του εκεί που έστεκε και του ψιθύρισε.
-Ρέλια [έτσι τον αποκαλούσε] θα μεταλάβω αλλά δεν ξέρω τι να κάνω. Θα έρχομαι από πίσω σου και ότι κάνεις θα κάνω!
Ήρθε η ώρα της μετάληψης, όπου συνήθως γίνεται μια μικρή αναμπουμπούλα και βρήκε ο πατέρας μου την ευκαιρία να του πει σιγανά.
-Ξομολογήθηκες;
-Που; Ρωτά σχεδόν δυνατά.
-Στον παππά! Του λέει και του δείχνει τον παππά.
-Σ΄ αυτόν τον τρ….παπα να πάω;
-Πιο σιγά, μη φωνάζεις. Πως  θα μεταλάβεις αν δεν εξομολογηθείς;
-Ξομολογήθηκα σε μια άσπρη πέτρα στο βουνό. Το ίδιο είναι, απάντησε.
-Τουλάχιστον ζήτησες συχώρεση από τη μάνα σου;
-Απ΄ αυτή τη σκ…γρια να ζητήσω; Είσαι καλά;
Αφού σχόλασε η εκκλησία και βγήκαν έξω είχε μιαν απορία.
-Ρε Ρέλια όταν πεθάνω πως θα το αντέξω το χώμα δεν θα σκάσω;
Έβαλε τα γέλια ο πατέρας μου.
Τελικά είναι σε πολύ κοντινή απόσταση και οι δυο θαμμένοι.
Όταν δούλευα στο Πάνθεον τον βλέπω ένα πρωινό να πίνει καφέ. Η κυρία Μαρία που ήταν στους καφέδες πήγαινε συνήθως πιο πρωί και σέρβιρε τους πολύ πρωινούς. Δεν είχε πάει στα πεύκα αυτή τη μέρα. Έπινε και έστριβε που και που το μουστάκι του.
-Κυρ Αντρέα αύριο θα πας στο βουνό; Τον ρωτά η κυρία Μαρία. Με την Αργίτικη προφορά της.
-Ναι, απαντά βαρετά και κοφτά.
-Θα μου φέρεις λίγα χόρτα άγρια;
Ο μπάρμπα Αντρέας έκανε πως δεν άκουσε και δεν απάντησε.
-Γιατί δεν μιλάς; Δεν τα θέλω τζάμπα θα στα πληρώσω!
-Δεν θέλω λεφτά! Πράμα με πράμα! Απάντησε μάγκικα.
Όλοι οι γύρω λύθηκαν στα γέλια.
-Α ρε παλιοπ….η θα σε φτιάξω εγώ!
-Μπάρμπα Αντρέα μη ξανά πιεις καφέ από τα χέρια της! Είναι επικίνδυνη, του λέω.
Πριν πεθάνει του είχα πει να πάμε πιο πάνω στο βουνό και να χτυπήσει ένα πεύκο και να τον τραβήξουμε φωτογραφία. Τότε δεν υπήρχαν τα κινητά που βιντεοσκοπούν κιόλας. Δεν πήγα γι΄ αυτό με κάλεσε στο σπίτι. Καθόταν στην αυλή με την θειά Καλλιόπη. Είχε κάνει εγχείρηση και δεν μπορούσε να μιλήσει. Μου τα έγραφε σε ένα χαρτί ότι ήθελε. Είχε ένα ασκόπουλο κρεμασμένο στη λεμονιά. Μου το δείχνει και με νοήματα μου δίνει να καταλάβω πως θα πάρει και το σκεπάρνι και θα πάμε σε ένα πεύκο να δείξει στην κόρη μου που ήμασταν μαζί πως χτυπούσαν παλιά τα πεύκα.
Δυστυχώς δεν έγινε ποτέ.
Α ρε μπάρμπα Αντρέα τέτοιοι άνθρωποι δεν πρέπει να πεθαίνουν.     

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΙΜΠΙΡΗΣ 1

Γιατί ακόμα ένα blog;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΛΥΟΜΕΝΟΣ