ΑΠ΄ ΤΑ ΨΗΛΑ ΣΤΑ ΧΑΜΗΛΑ


     

                       ΑΠ΄ ΤΑ  ΨΗΛΑ  ΣΤΑ ΧΑΜΗΛΑ
 Σ΄ ένα άρθρο είχα γράψει για το νονό του αδερφού μου και έγραψα πως θα επανέλθω μ΄ αυτόν τον άνθρωπο...
Θυμάμαι πως τα καλοκαίρια κατεβαίναμε βόλτα στην παραλία. Στο καρότσι ο αδερφός μου και εγώ ακολουθούσα. Κουραζόμουν όμως στην επιστροφή και περίπου στα ΚΤΕΛ παρέδιδα πνεύμα και με έβαζαν και μένα μαζί με τον αδερφό μου στο καρότσι. Πολλές φορές περνούσαμε από το ξενοδοχείο της νονάς μου Μαρίνας Λογοθέτη, Ακταίον λεγόταν αν θυμάμαι καλά και πάντα η νονά μου, αφού της φιλούσα το χέρι με χαρτζιλίκωνε. Χαρά εγώ που έστω για λίγο είχα χρήματα στα χέρια μου.
-Μπαμπά  είναι πολύ καλή η νονά μου, πάντα μου δίνει λεφτά! Έλεγα του πατέρα μου.
Μια μέρα ήταν και μια άλλη κυρία μαζί της και μου έδωσε λεφτά και αυτή.
-Φίλα το χέρι και της άλλης νονά σου! Μου λέει ο πατέρας μου.
Τα έχασα. Ήξερα πως η νονά μου ήταν μία.
Της φίλησα το χέρι αλλά μουδιασμένα. Μου φάνηκε περίεργο. Δεν την είχα ξαναδεί.
-Μπαμπά πότε έγινε και αυτή νονά μου; Τον ρώτησα απορημένα σαν ξεμακρύναμε από το ξενοδοχείο.
Τότε έμαθα πως οι νονές μου είναι τρεις και όχι μία. Μου φάνηκε περίεργο αλλά οι άλλες δύο έμεναν στην Αθήνα, πιθανόν να έκαναν διακοπές εδώ και έτσι έγιναν νονές. Έμαθα δε πως και ο παππά Προκόπης δυσανασχέτησε και έφερε αντίρρηση να υπάρχουν τρεις νονές αλλά μάλλον χάρις στην επέμβαση της νονάς Μαρίνας υπέκυψε.
-Μπαμπά! Ο Λάκης δεν έχει νονά να του δίνει λεφτά; Τον ρώτησα γεμάτος απορία.
-Έχει νονό! Μου λέει
-Και που είναι για να του δώσει και αυτουνού λεφτά; Ξαναρώτησα με παιδική αφέλεια.
-Μένει στην Αθήνα! Μου λέει.
-Αθηναίος είναι; Ξαναρώτησα.
-Όχι! Μου απάντησε.
Όπως όλα τα μικρά παιδιά  είχα και εγώ τη μανία να θέλω να μαθαίνω τα πάντα όσο ασήμαντα και να φαντάζουν σήμερα.
-Και από πού είναι; Επέμενα.
-Από ένα νησί!
-Τι είναι νησί; Αναρωτήθηκα όπως ήταν φυσικό.
Αφού μου εξήγησε. Ξαναρώτησα.
-Και γιατί έφυγε από το νησί;
-Είναι πολύ φτωχό μέρος. Δεν έχουν δουλειές οι άνθρωποι εκεί και αναγκάζονται να φεύγουν για να βρουν δουλειά αλλού.
-Πως το λένε το νησί μπαμπά;
-Μύκονος! Και μου φάνηκε περίεργη λέξη. Κάπου εκεί κατάλαβα πως δεν υπήρχε κάτι άλλο να μάθω συν μια υπόσχεση πως θα πάμε κάποια μέρα στο Περιστέρι στην Αθήνα να τον δούμε. Όπως και πήγαμε.
Μάλιστα κυρίες και κύριοι. Το 1958-59 όταν στο Λουτράκι δεν έμενε ταράτσα ανοίκιαστη οι Μυκονιάτες ήταν νομότυποι μετανάστες στην ίδια τους τη χώρα. Κάτι αντιστρόφως ανάλογο που συμβαίνει σήμερα με μας τους Λουτρακιώτες και τους Μυκονιάτες. Να μεταναστεύουμε εμείς και να ευημερούν αυτοί. Χωρίς να έχουν κάτι ιδιαίτερο και σπουδαίο να επιδείξουν, έκαναν τα μειονεκτήματά τους πλεονεκτήματα, σε αντίθεση με μας που κάναμε τα πάντα να υποβαθμίσουμε όλα τα θεία δώρα που κληρονομήσαμε και αγκομαχώντας να πανηγυρίζουμε αν η καλοκαιρινή σεζόν υπερβεί τις 45 ημέρες.
Μάλιστα κυρίες και κύριοι όταν δεν υπάρχουν ιδέες, σκέψεις, καινοτομίες και το εμείς πίσω από κάθε ενέργεια μας μπορούμε κάλλιστα να μετατρέψουμε έναν παράδεισο σε κόλαση. Κακιά ώρα όπως ο τόπος μας.
 Δυστυχώς δεν βλέπω φως στο τούνελ. Μια από τα ίδια. Πεθαίνουν ούτε καν γερνάνε και έχουν τις τύχες του τόπου στα χέρια τους. Με χρυσόβουλα μας κυβερνούν. Για πόσο, μα πόσο πρόβατα μας περνούν και μας μαντρώνουν με τέτοια ευκολία; Άνευροι, άμυαλοι, ασπόνδυλοι υποθηκεύουμε τις ζωές των παιδιών και εγγονών  με τις επιλογές μας. Μάθαμε να ζούμε με το σκοτάδι και δεν έχουμε το σθένος και ούτε επιζητούμε να δούμε το φως. Μεγάλο πράγμα η συνήθεια. Καλό ξημέρωμα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΙΜΠΙΡΗΣ 1

Γιατί ακόμα ένα blog;

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΛΥΟΜΕΝΟΣ